Τσακάλωφ 14, Κολωνάκι, 106 73 Αθήνα, 3ος όρ. – χάρτης | eg@grammenoslegal.gr | Τηλ.: 211 71 500 93

Social Media:

Αρθρογραφία

Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου: Πότε μετατρέπονται σε αορίστου

Ο Γραμμένος Ε. Ευστάθιος είναι Δικηγόρος Αθηνών – Εργατολόγος και επισκέπτης Καθηγητής στο μάθημα «ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό «Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού» του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
 

Εισαγωγή

Το ζήτημα των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου αποτελεί μια προσπάθεια καταστρατήγησης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας από τον εργοδότη. Κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, ο εργαζόμενος περιβάλλεται από μια σειρά προστατευτικών διατάξεων, είτε αυτές αφορούν στην αποζημίωση λόγω της απόλυσης, είτε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τίθενται περιορισμοί στην ίδια τη δυνατότητα καταγγελίας (όπως στην περίπτωση της μητρότητας). Η προστασία αυτή δεν παρέχεται, αντίθετα, στους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού αυτές λύονται με την πάροδο ορισμένης διάρκειας. Συνεπώς, προκειμένου να μην υποχρεούνται στην τήρηση των διατυπώσεων και των λοιπών όρων καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου, οι εργοδότες προβαίνουν σε σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η πρακτική αυτή έγινε αντιληπτή από το νομοθέτη και αξιολογήθηκε αυστηρά, καθώς μια σύμβαση ορισμένου χρόνου δε δύναται να παράσχει στον εργαζόμενο την απαραίτητη σταθερότητα στην απασχόληση και εργασιακή ασφάλεια. Όπως γίνεται τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεκτό, τον κανόνα αποτελεί η σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου, ενώ οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου μόνο κατ’ εξαίρεση συνάπτονται, όταν υφίσταται δικαιολογητικός προς αυτό λόγος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και λόγω των κινδύνων που συνεπάγεται η πρακτική των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το ζήτημα αντιμετωπίστηκε τόσο σε εθνικό, όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, τόσο για τον Ιδιωτικό, όσο και για τον Δημόσιο Τομέα.

Το άρθρο 8§3 του Ν. 2112/1920

Ο Έλληνας νομοθέτης από πολύ νωρίς διαπίστωσε την ύπαρξη αυτής της πρακτικής, γι’ αυτό και ρύθμισε το ζήτημα στο άρθρο 8§3 του Ν. 2112/1920, το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως «Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δε δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου». Η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, αξιώνει την ύπαρξη ενός αντικειμενικού λόγου, να δικαιολογείται το ορισμένο της διάρκειας της σύμβασης εργασίας από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης. Εγείρεται, λοιπόν, δικαστικός έλεγχος της ύπαρξης του αντικειμενικού λόγου, με βάση το ΑΚ 281 περί καταχρηστικότητας. Μάλιστα, όπως έχει διατυπωθεί τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία, όσο περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις συνάπτονται, τόσο αυστηρότερος οφείλει να είναι ο δικαστικός έλεγχος. Κι αυτό, διότι όσο περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις υφίστανται στην υπό κρίση περίπτωση, τόσο απομακρυνόμαστε από την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που να τις δικαιολογεί. Παράλληλα, είναι απαραίτητο να επισημανθεί πως ο έλεγχος καταχρηστικότητας ασκείται ήδη από την πρώτη σύμβαση, δεν απαιτείται δηλαδή να επέλθει διαδοχικότητα στις συνάψεις, προκειμένου να εφαρμοστεί το 8§3.

Το Π.Δ. 81/2003 για τον Ιδιωτικό Τομέα

Η αντίδραση του ενωσιακού νομοθέτη ήρθε πολύ αργότερα, όταν εξέδωσε την Οδηγία 99/70/ΕΚ για την αποτροπή της καταχρηστικής προσφυγής του εργοδότη στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη με δύο Προεδρικά Διατάγματα, για τον Ιδιωτικό και τον Δημόσιο Τομέα. Ως προς τον Ιδιωτικό Τομέα, το Π.Δ. 81/2003 έχει ήδη τροποποιηθεί με το Π.Δ. 180/2004 και έκτοτε ισχύει ως έχει. Στο άρθρο 5§1 του ΠΔ προβλέπεται και πάλι η ανάγκη ύπαρξης αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την αδιάκοπη ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Στη συνέχεια γίνεται μια ενδεικτική απαρίθμηση περιπτώσεων που υφίσταται αντικειμενικός λόγος, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως κατωτέρω. Στην Τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, ο νομοθέτης καθιερώνει ένα μαχητό τεκμήριο έλλειψης του αντικειμενικού λόγου. Ειδικότερα, ορίζεται πως σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς να συντρέχει ένας αντικειμενικός λόγος, υπερβαίνει συνολικά τα δύο έτη ή στη διάρκεια των δύο ετών, αν οι ανανεώσεις είναι περισσότερες από τρείς, τότε τεκμαίρεται ότι µε αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης µε συνέπεια τη μετατροπή των συµβάσεων αυτών σε συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ασφαλώς, το τεκμήριο είναι μαχητό, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, με αποτέλεσμα να δύναται ο εργοδότης να το ανατρέψει.

Αντικειμενικός λόγος

Η ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 5§1 του Π.Δ. προβλέπει μια σειρά λόγων που δύνανται να δικαιολογήσουν την ύπαρξη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι πιο κρίσιμες από τις οποίες αναφέρονται στη συνέχεια. Μεταξύ των περιπτώσεων, ο νομοθέτης αναφέρεται και στην περίπτωση της κάλυψης παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό. Για την κατάφαση του αντικειμενικού αυτού λόγου, απαιτείται όπως γίνεται δεκτό, η ύπαρξη αντικειμενικών στοιχείων, τα οποία να αποδεικνύουν την ύπαρξη αυτών των αναγκών (πρόγνωση), ενώ θα πρέπει να γίνεται σαφές πως ο εργαζόμενος προσλαμβάνεται για την απασχόληση στους τομείς που ακριβώς εντοπίζονται οι αυξημένες ανάγκες (αιτιώδης συνάφεια). Διαφορετικά, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου.

Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για αναπλήρωση εργαζομένου. Και σε αυτή την περίπτωση απαιτείται το στοιχείο της πρόγνωσης που αναφέρθηκε προηγουμένως, δηλαδή πως η απασχόληση του εργαζομένου θα είναι προσωρινή, ενόψει της επιστροφής του εργαζόμενου που απουσιάζει, όπως επίσης και αιτιώδης συνάφεια, να απασχολείται δηλαδή λόγω των αναγκών που προέκυψαν λόγω της απουσίας. Περαιτέρω, ο νομοθέτης κάνει αναφορά σε συγκεκριμένους τομείς απασχόλησης, όπως «στον οπτικοακουστικό τομέα, σε ειδικές δραστηριότητες του τραπεζικού τομέα, στον επαγγελματικό αθλητισμό, στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών, στον τομέα κατασκευής δημόσιων έργων κ.α.». Η ενδεικτική απαρίθμηση συνυφαίνεται με τη φύση των συγκεκριμένων τομέων απασχόλησης, ωστόσο είναι σαφές πως ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα ανταπόδειξης της μη συνδρομής του αντικειμενικού λόγου. Τέλος, αυτονόητα ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα σύναψης ορισμένου χρόνου, όταν η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου προβλέπεται από το νόμο ή κανονιστική διάταξη.

Το Π.Δ. 164/2004 για τον Δημόσιο Τομέα

Διαφορετικές είναι οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης για τους εργαζόμενους στον Δημόσιο Τομέα. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5§1 του Π.Δ. 164/2004, προβλέπεται ρητή απαγόρευση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εφόσον καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η απαγόρευση αυτή κάμπτεται στην επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, εφόσον εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

Συναφώς προς το πνεύμα του Π.Δ. για τον Ιδιωτικό Τομέα, καθιερώνεται και εδώ ένα μαχητό τεκμήριο έλλειψης αντικειμενικού λόγου, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις είναι περισσότερες από τρείς (άρθρο 5§4) ή η συνολική διάρκειά τους υπερβαίνει τα δύο έτη (άρθρο 6§2).

Συνέπειες παραβίασης

Ως προς τον Ιδιωτικό Τομέα, η συνέπεια της κατά παράβαση του Π.Δ. 81/2003 σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Με αυτό τον τρόπο, αναβαθμίζεται η προστασία του μισθωτού, λόγω του ευνοϊκότερου καθεστώτος που ισχύει στις αορίστου χρόνου, όπως επισημάνθηκε και ανωτέρω (επιτρέπεται καταγγελία της σύμβασης μόνο εφόσον τηρηθούν οι απαραίτητες εκ του νόμου προϋποθέσεις του κύρους της).

Διαφορετική είναι η απάντηση ως προς τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον Δημόσιο Τομέα. Αυτό συμβαίνει, διότι η τροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου απαγορεύεται ευθέως εκ του Συντάγματος (άρθρο 103§8). Έτσι, έχει προκριθεί η λύση της αυτοδίκαιης ακυρότητας της σύμβασης (άρθρο 7§1 του Π.Δ.). Αν ωστόσο, παρά την ακυρότητα, αυτή εκτελεστεί, οι δεδουλευμένοι μισθοί θα οφείλονται κανονικά (άρθρο 7§2 του Π.Δ.). Παράλληλα, έχει προβλεφθεί και ποινική ευθύνη, ωστόσο οι σχετικές διατάξεις, είτε δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στην πράξη, είτε ανεστάλησαν με νεότερες διατάξεις.
Συμπληρώστε τη Φόρμα Επικοινωνίας

Υπηρεσία Ταχείας Απάντησης

Εντός 24 ωρών από τη στιγμή που θα έρθετε σε επικοινωνία μαζί μας, ο διαχειριστής του γραφείου μας κ. Γραμμένος Ευστάθιος θα επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί σας ώστε να λάβει ένα συνοπτικό ιστορικό της υπόθεσής σας και να προγραμματίσει μαζί σας συνάντηση είτε δια ζώσης στα γραφεία μας, είτε εξ αποστάσεως μέσω βιντεοκλήσης. Στη συνάντηση αυτή θα καταγράψουμε το πλήρες ιστορικό της υπόθεσής σας και θα λάβουμε τα διαθέσιμα έγγραφα που έχετε στην κατοχή σας.

Prev post
Εκλογές – Πόσες ημέρες άδειας δικαιούνται οι εργαζόμενοι;
3 Μαΐου, 2023
Next post
Η ευθύνη του εργοδότη κατά τις διαπραγματεύσεις πριν τη σύναψη της σύμβασης εργασίας
19 Μαΐου, 2023

Πρόσφατα Άρθρα