Τσακάλωφ 14, Κολωνάκι, 106 73 Αθήνα, 3ος όρ. – χάρτης | eg@grammenoslegal.gr | Τηλ.: 211 71 500 93

Social Media:

Αρθρογραφία

Το καθεστώς προστασίας των whistleblowers

Ο Γραμμένος Ε. Ευστάθιος είναι Δικηγόρος Αθηνών – Εργατολόγος και επισκέπτης Καθηγητής στο μάθημα «ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό «Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού» του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εισαγωγή

Η προβληματική των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος (άλλως whistleblowers) έχει απασχολήσει την εγχώρια αλλά και διεθνή πρακτική, κυρίως λόγω της σημασίας των προσώπων αυτών για τις επιχειρήσεις των διωκτικών αρχών. Η έννοια του whistleblower αναφέρεται, μολονότι δεν υφίσταται σαφής, ενιαίος ορισμός, σε έναν lato sensu εργαζόμενο, ο οποίος γνωρίζει και γνωστοποιεί παρατυπίες, παράνομες ενέργειες, παραλείψεις του εργοδότη, οι οποίες δύνανται να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον, προσβάλλοντας κρίσιμα έννομα αγαθά. Το πρόβλημα έγκειται στα βλαπτικά αντικίνητρα, διαβαθμισμένης έντασης, τα οποία συχνά προβάλλονται, προκειμένου να αποτρέψουν τον εργαζόμενο από την κοινοποίηση τέτοιων πληροφοριών. Έτσι, η ανάγκη της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος κατέστησε επιτακτική την ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας των πληροφοριοδοτών.

Ο νέος Νόμος 4990/2022 για την προστασία των whistleblowers

Η συνεισφορά των whistleblowers ήταν τεράστια στην εξιχνίαση γνωστών, μεγάλων σκανδάλων, αναφέροντας ενδεικτικά τα λεγόμενα Panama papers, με την πιο πρόσφατη περίπτωση να αποτελεί αυτή του ιατρού, που έφερε στο φως αποκαλύψεις για την ταχύτατη μετάδοση σε συγκεκριμένη περιοχή της Κίνας ενός ιού που προσβάλλει το ανθρώπινο αναπνευστικό σύστημα, σήμερα γνωστό ως Covid – 19. Η ανάγκη για την περιβολή τους από ένα ασφαλές πλέγμα προστασίας, είναι αναμφισβήτητα μεγάλη. Γι’ αυτό η Ένωση προέβη στην κατάρτιση της Οδηγίας 1937/2019 για την προστασία των πληροφοριοδοτών που γνωστοποιούν παραβάσεις του Δικαίου της Ένωσης. Η Οδηγία αυτή στο τέλος του 2022 ενσωματώθηκε στην ελληνική δικαιοταξία με το Ν. 4990/2022. Ως και την ψήφιση του νέου Νόμου, δεν υφίστατο στην Ελλάδα οργανωμένο σύστημα προστασίας των πληροφοριοδοτών, με αποτέλεσμα να στηρίζεται ο Έλληνας δικαστής στις γενικές διατάξεις περί καταχρηστικότητας (όταν τα προβαλλόμενα αντικίνητρα από πλευράς εργοδότη περιλάμβαναν καταγγελία της σύμβασης εργασίας), καθώς και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Αν και ο Νόμος 4990/2022 δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη στην πράξη, είναι αυτονόητο πως η ύπαρξη ενός σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου θα παράσχει μια καλύτερης ποιότητας προστασία, έναντι των αντικινήτρων των εργοδοτών.

Τα προστατευόμενα πρόσωπα

Ο νέος Νόμος προβλέπει ένα ιδιαίτερα ευρύ προσωπικό πεδίο εφαρμογής, το οποίο περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 6, κάθε εργαζόμενο στον Ιδιωτικό ή Δημόσιο τομέα. Η μορφή της απασχόλησής του είναι αδιάφορη, αφού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής, ανεξάρτητα αν πρόκειται για πλήρη ή μερική, μόνιμη ή εποχιακή, ακόμη και εργασία μέσω κατ’ επάγγελμα δανεισμού από Εταιρία Προσωρινής Απασχόλησης. Περαιτέρω, το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνει και τους Δημοσίους Υπαλλήλους, τους αυτοαπασχολούμενους, στους συμβούλους, τους εργαζομένους κατ’ οίκον, τους μετόχους και όσους αποτελούν μέλη οργάνων μιας επιχείρησης, καθώς και όσους εργάζονται στο πλαίσιο εθελοντικής εργασίας και αμειβόμενης ή μη αμειβόμενης πρακτικής. Τέλος, δεν ενδιαφέρει αν η σχέση εργασίας έχει λήξει ή αν ακόμη ο εν λόγω πληροφοριοδότης βρίσκεται στο στάδιο της πρόσληψης, περιλαμβάνονται δηλαδή και οι υποψήφιοι για μια θέση. Πρόκειται επομένως, για πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε στενή σχέση με τον εργοδότη και είναι πιθανό να πληροφορηθούν παρανομίες, οι οποίες να αφορούν σημαντικά προστατευόμενα έννομα αγαθά. Ο κύκλος των προστατευόμενων προσώπων, ωστόσο, διευρύνεται έτι περαιτέρω και καλύπτει και πρόσωπα τα οποία δεν τελούν σε άμεση σχέση εξάρτησης με τον εργοδότη. Ειδικότερα, είναι δυνατό να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου και τρίτοι, οι οποίοι είναι δυνατό να υποστούν εξ’ αντανακλάσεως αντίποινα, όπως συνάδελφοι ή συγγενείς των καταγγελλόντων, διαμεσολαβητές και νομικά πρόσωπα, με τα οποία συνδέεται ο αναφέρων. Η Οδηγία στις αιτιολογικές σκέψεις περιλαμβάνει και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εκπροσώπους των ενώσεων, λόγω των αντιποίνων που ενδέχεται να υποστούν εξαιτίας της συνδρομής τους στον καταγγέλλοντα.

Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής

Σε αντίθεση με τα υποκειμενικά όρια του πεδίου εφαρμογής, τα αντικειμενικά όρια είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Μάλιστα, η Ένωση έχει εισπράξει έντονη κριτική γι’ αυτή την επιλογή. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 4990/2022, οι πληροφοριοδότες προστατεύονται εφόσον αναφέρουν πληροφορίες που αφορούν μόνο παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου, και μάλιστα μόνο για συγκεκριμένους τομείς. Ειδικότερα, η περιοριστική απαρίθμηση του Νόμου αναφέρει παραβάσεις που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την ασφάλεια των μεταφορών, την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία από την ακτινοβολία και την πυρηνική ασφάλεια, την ασφάλεια των προϊόντων, την υγεία των ζώων, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια του καταναλωτή, την εσωτερική αγορά, τα οικονομικά συμφέροντα της ένωσης, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα. Διαπιστώνεται, λοιπόν, πως δεν περιλαμβάνονται παρατυπίες που αφορούν στις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, στην προστασία της υγείας και ασφάλειας. Επομένως, η κριτική που ασκείται είναι δικαιολογημένη. Στις παραπάνω απαριθμούμενες περιπτώσεις, ο νομοθέτης προβλέπει και εξαιρέσεις, οι οποίες ρητά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Εξαιρούνται της προστασίας πληροφορίες που αφορούν στην άμυνα ή ασφάλεια ή πρόκειται για χαρακτηρισμένες ως διαβαθμισμένες πληροφορίες, ή αφορούν στο δικηγορικό ή ιατρικό ή το απόρρητο των δικαστικών διασκέψεων, εξαιρέσεις που εγείρουν προβληματισμό, κυρίως λόγω των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των περιστατικών διαφθοράς και διασπάθισης δημοσίου χρήματος που έχουν γίνει γνωστά. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως οι εξαιρέσεις από το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.

Οι προϋποθέσεις προστασίας

Όπως είναι ευνόητο, προκειμένου να απολαύει της προστασίας που προσφέρει ο Νόμος, ο καταγγέλλων θα πρέπει να εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και η πληροφόρηση του να αφορά παρανομία που θίγει έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους τομείς του άρθρου 4. Τα άρθρα 7 και 13 προβλέπουν πρόσθετες, ειδικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, ο αναφέρων παραβιάσεις δικαιούται προστασίας, εφόσον, κατά τον χρόνο της αναφοράς είχε βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις αναφερόμενες παραβιάσεις ήταν αληθείς και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου. Καθιερώνεται λοιπόν, στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 μια υποχρέωση επιμέλειας από πλευράς του αναφέροντος και επαλήθευσης των πληροφοριών που ενοχοποιούν τον εργοδότη για τις εν λόγω παρανομίες. Είναι επιβεβλημένο ο πληροφοριοδότης να υπαγάγει τις πληροφορίες στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Νόμου, προτού να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση. Ασφαλώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής όποιος κινήθηκε από ταπεινά κίνητρα και προέβη σε κακόβουλες, επιπόλαιες ή καταχρηστικές αναφορές, εκτός αν η ανακρίβεια της πληροφορίας έγκειται σε καλοπιστία του.

Μηχανισμός εσωτερικών αναφορών

Περαιτέρω, οι καταγγέλλοντες δικαιούνται προστασίας όταν υποβάλλουν την αναφορά είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά ή με δημόσια αποκάλυψη, καθώς και όταν προβούν σε αναφορά στα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς τον ανωτέρω σκοπό, προβλέπεται στον ίδιο Νόμο υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων, με σκοπό την ενθάρρυνση και διευκόλυνση υποβολής αναφορών, καθώς και μηχανισμός εξωτερικών αναφορών, τόσο στον Δημόσιο, όσο και στον Ιδιωτικό τομέα (άρθρα 8-12). Ειδικότερα, φορείς του Δημοσίου Τομέα, όπως και επιχειρήσεις του Ιδιωτικού που απασχολούν άνω των 50 εργαζομένων, υποχρεούνται να καθορίσουν έναν Υπεύθυνο Παραλαβής και Παρακολούθησης Αναφορών (ΥΠΠΑ). Σε φορείς και επιχειρήσεις με μικρότερο συνολικό αριθμό υπαλλήλων ή εργαζομένων, ανάλογα καθήκοντα αναλαμβάνει στο Δημόσιο Τομέα ο Σύμβουλος Ακεραιότητας, ενώ στον Ιδιωτικό ένας διευθύνων υπάλληλος. Ο ρόλος του ΥΠΠΑ έγκειται διασφάλιση της καθημερινής λειτουργίας της πολιτικής και του μηχανισμού αποκαλύψεων του φορέα ή της επιχείρησης, καθώς και στη λήψη μέτρων που έπονται της αποκάλυψης.

Μηχανισμός εξωτερικών αναφορών

Ελλείψει εσωτερικού μηχανισμού αναφορών, οι πληροφοριοδότες δύνανται να προβούν σε εξωτερική αναφορά. Αρμόδιος φορέας για την επεξεργασία τέτοιων αναφορών είναι η Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Επιπλέον, τo άρθρο 40 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) προβλέπει την υποχρέωση ιδιωτών για μήνυση αξιόποινων πράξεων, στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και εφόσον αντιληφθούν οι ίδιοι την αξιόποινη πράξη. Μολονότι η εξωτερική αναφορά αξιοποιείται κατ’ εξαίρεση, αφού εξαντληθούν τα περιθώρια αξιοποίησης των εσωτερικών διαύλων, η προστασία ενεργοποιείται εξίσου, χωρίς να υφίσταται σχετική υποχρέωση διαδοχικής άσκησης.

Δημόσια αποκάλυψη των πληροφοριών

Η δημόσια αποκάλυψη των πληροφοριών μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρει ο νομοθέτης στο άρθρο 13. Ειδικότερα, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του Νόμου, όταν υπέβαλε πρώτα αναφορά εσωτερικά στον φορέα του άρθρου 8 ή του άρθρου 9 και εξωτερικά στην ΕΑΔ, ή κατευθείαν εξωτερικά στην ΕΑΔ, αλλά δεν ανελήφθη καμία ενδεδειγμένη ενέργεια ως ανταπόκριση στην αναφορά εντός του χρονικού διαστήματος των τριών ή έξι μηνών κατά περίπτωση προβλεπόμενου (άρθρα 10§2 περ. ζ’ και 12§2 περ. ζ’ του Νόμου). Παράλληλα, όταν το πρόσωπο έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η παραβίαση μπορεί να συνιστά κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον, ή όταν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή κίνδυνος μη αναστρέψιμης βλάβης, ή, σε περίπτωση αναφοράς στην ΕΑΔ, υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων, ή υπάρχει μικρή προοπτική να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η παραβίαση, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, όπως όταν αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να συγκαλυφθούν ή να καταστραφούν ή όταν οποιαδήποτε αρχή ή φορέας μπορεί να βρίσκεται σε αθέμιτη σύμπραξη με τον υπαίτιο της παραβίασης ή να είναι αναμεμειγμένη στην παραβίαση. Απαιτούνται, με λίγα λόγια, σοβαροί λόγοι, οι οποίοι να δικαιολογούν μια τέτοια δημοσιοποίηση, διότι όπως αναφέρεται και ανωτέρω, η προστασία από δημόσια κοινοποίηση έχει επικουρικό χαρακτήρα.

Το περιεχόμενο της προστασίας

Τη γενεσιουργό αιτία που ανέδειξε την ανάγκη προστασίας των whistleblowers, συνιστά ακριβώς η χρήση αντιποίνων από τους εργοδότες, με σκοπό την αποτροπή της δημοσιοποίησης των πληροφοριών. Τα αντίποινα δύνανται να αφορούν ποικίλα μέτρα, διαβαθμισμένης έντασης και σοβαρότητας. Ενδεικτικά, αναφέρονται: Παύση ή απόλυση· Μη μετατροπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης σε σύμβαση μόνιμης απασχόλησης· Μη ανανέωση ή πρόωρη λήξη σύμβασης προσωρινής απασχόλησης· Αδικαιολόγητη αξιολόγηση χαμηλής απόδοσης· Παρεμπόδιση του προσώπου που αποκαλύπτει από την πρόσβαση στον χώρο εργασίας· Υποχρεωτικός διορισμός του προσώπου που αποκαλύπτει σε άλλη θέση· Αποκλεισμός από ευκαιρίες προαγωγής ή υποβιβασμός του προσώπου που αποκαλύπτει· Παρακράτηση μισθολογικής αύξησης, μισθολογική μείωση, παρακράτηση μπόνους ή επιδομάτων που δικαιούται το πρόσωπο που αποκαλύπτει· Προφορική ή έγγραφη παρενόχληση, η οποία εκφοβίζει το πρόσωπο που αποκαλύπτει. Σε περίπτωση επιβολής αντιποίνων και ανάλογα με τη μορφή του επιβαλλόμενου μέτρου, στο άρθρο 20 παρέχεται η δυνατότητα στον εργαζόμενο να αξιώσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ή και την αξίωση αποζημίωσης για τη ζημία που αιτιωδώς συνδέεται με την επιβολή του μέτρου. Σε περίπτωση μάλιστα που αποδείξουν σε δίκη αναφορικά με τη βλάβη που υπέστησαν ότι προέβησαν προηγουμένως σε αναφορά ή δημόσια κοινοποίηση, τεκμαίρεται ότι τα αντίποινα επιβλήθηκαν λόγω της αναφοράς ή της δημόσιας αποκάλυψης, παρέχεται δηλαδή στους αναφέροντες μια ισχυρή αποδεικτική διευκόλυνση. Ασφαλώς, καταγγελία που συνιστά αντικίνητρο κοινοποίησης πληροφοριών είναι άκυρη. Παράλληλα, ο Νόμος προβλέπει την απαλλαγή του πληροφοριοδότη από κάθε ευθύνη για την απόκτηση πληροφοριών ή την πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται ή αποκαλύπτονται δημόσια, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόκτηση ή πρόσβαση δεν συνιστά αυτοτελώς ποινικό αδίκημα. Ως τέτοιο θα πρέπει να νοείται ένα αδίκημα που προηγείται χρονικά της κοινοποίησης των πληροφοριών, το οποίο θα είχε τελεστεί ακόμη κι αν δεν ήταν επιτυχής η πρόσβαση στις πληροφορίες. Ο καταγγέλλων απαλλάσσεται της ευθύνης και σε δικαστικές διαμάχες σχετικές με την κοινοποίηση των πληροφοριών, υπό την προϋπόθεση ασφαλώς του νομίμου χαρακτήρα της απόκτησής του (όπως σε δίκες αναφορικά με το εμπορικό απόρρητο). Τέλος, παρέχεται στους καταγγέλλοντες δωρεάν κάθε είδους νομική βοήθεια, καθώς και ηθική και ψυχολογική υποστήριξη.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, η ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη της νέας Οδηγίας για την προστασία των whistleblowers συνιστά μια θετική εξέλιξη, η οποία δύναται να παράσχει ένα αποτελεσματικότερο, ολοκληρωμένο πλαίσιο διασφάλισής τους έναντι αντιποίνων. Μένει η εφαρμογή του Νόμου στην πράξη, προκειμένου να υπάρξουν απτά αποτελέσματα, τα οποία θα είναι εφαλτήριο για τη συναγωγή βέβαιων συμπερασμάτων αναφορικά με την ποιότητα της παρεχόμενης προστασίας και τις διορθωτικές επεμβάσεις του νομοθέτη που θα είναι αναγκαίες.

Συμπληρώστε τη Φόρμα Επικοινωνίας

Υπηρεσία Ταχείας Απάντησης

Εντός 24 ωρών από τη στιγμή που θα έρθετε σε επικοινωνία μαζί μας, ο διαχειριστής του γραφείου μας κ. Γραμμένος Ευστάθιος θα επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί σας ώστε να λάβει ένα συνοπτικό ιστορικό της υπόθεσής σας και να προγραμματίσει μαζί σας συνάντηση είτε δια ζώσης στα γραφεία μας, είτε εξ αποστάσεως μέσω βιντεοκλήσης. Στη συνάντηση αυτή θα καταγράψουμε το πλήρες ιστορικό της υπόθεσής σας και θα λάβουμε τα διαθέσιμα έγγραφα που έχετε στην κατοχή σας.

Prev post
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης για τα άτομα με αναπηρία (Ν. 5023/2023)
8 Δεκεμβρίου, 2022
Next post
Τα όρια της μετασυμβατικής ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού
7 Ιανουαρίου, 2023

Πρόσφατα Άρθρα